Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυρας – Εορτή 5 Μαΐου

Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυρας – Εορτή 5 Μαΐου

5 Μαΐου, 2020 Κλείσιμο Από ekklhsiastkaneathessalias
Spread the love

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384 και ανήμερα της εορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Μόρφης. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, είχε άλλα επτά αδέλφια, έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία. Έτσι η φροντίδα της ανατροφής τους, έπεσε εξ’ ολοκλήρου στους ώμους της μητέρας του.

Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυρας – Εορτή 5 Μαΐου

Αυτή με μόχθο προσπαθούσε, όχι μόνο να συντηρήσει τα παιδιά της, μα και να τα καθοδηγήσει στον δρόμο της αρετής και του Χριστού. Το 1395 την Θεσσαλία κατέλαβε ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ με τα στρατεύματά του. Για τους θριάμβους του στον πόλεμο και την αγριότητά του επονομαζόταν Κεραυνός. Επειδή οι Έλληνες δεν παραδόθηκαν αμέσως στις προσταγές του, η διοίκηση που επέβαλε, ήταν σκληρή και τυραννική. Ήταν δε αυτός που εφάρμοσε το φοβερό “παιδομάζωμα”. Την στρατολόγηση δηλαδή νέων αγοριών 14-18 χρονών ή και μικρότερων για την δημιουργία ενός σώματος φανατικών Τούρκων εναντίον των Ρωμιών.

Τα μικρά Ελληνόπουλα που έπαιρναν, τα έστελναν σε ειδικά διαμορφωμένα στρατόπεδα και τα εκπαίδευαν με πολλή αυστηρότητα, ώστε να γίνουν ανελέητοι πολεμιστές. Αφοσιωμένοι απόλυτα στο Ισλάμ, τον Προφήτη τους Μωάμεθ και στον Σουλτάνο, αποτελούσαν τις ορδές των Γενιτσάρων, που σκορπούσαν τον τρόμο και τον θάνατο απ’ όπου περνούσαν. Απολάμβαναν ιδιαίτερες εξουσίες και προνόμια ως το εκλεκτότερο τμήμα του Τουρκικού στρατού.

Ο Κωνσταντίνος στο μοναστήρι

Μέσα σε αυτό το φοβερό κλίμα που επικρατούσε στην σκλαβωμένη Ελλάδα, μόνη παρηγοριά των χριστιανών ήταν οι εκκλησίες και τα μοναστήρια. Εκεί έβρισκαν προστασία και παρηγοριά, όλοι οι διωκόμενοι από τους Τούρκους. Είναι ανυπολόγιστη η προσφορά της εκκλησίας μας και η βοήθεια που πρόσφερε τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Έτσι η μητέρα του Κωνσταντίνου, προκειμένου να έχει και ο γιος της την ίδια τύχη των άλλων δεκαπεντάχρονων, τον προέτρεψε να φύγει από τα Τρίκαλα για να γλιτώσει. Ο Κωνσταντίνος, έχοντας μία ιδιαίτερη κλίση και αγάπη από μικρός προς την εκκλησία και την εκκλησιαστική ζωή, δέχτηκε ευχαρίστως να πάει σε μοναστήρι. Με τις ευχές και τα δάκρυα της μητέρας του και με τη βοήθεια του Χριστού, αφού αποχαιρέτησε και τ’ αδέλφια του, ξεκίνησε προς νότο. Έχοντας μόνο ένα ταγάρι με ψωμί, τυρί και ελιές για να τρέφεται στο ταξίδι, έκανε το σταυρό του και πήρε τον δρόμο, ψάχνοντας ασφαλέστερες περιοχές και μοναστήρια.

Η Θεία Χάρη, οδήγησε τα βήματά του στην ξακουστή ανδρική Σταυροπηγιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Αττική. Στην περιοχή αυτή, κοντά στην Νέα Μάκρη, από τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα, υπήρχαν κελιά, καλύβες και ασκητήρια, όπου δεκάδες χριστιανοί με πίστη, ακολουθούσαν το δρόμο του Χριστού προς την Σωτηρία. Έτσι η τοποθεσία εκεί ονομάσθηκε το “Όρος των Αμώμων” δηλαδή των “καθαρών”.

Ο νεαρός Κωνσταντίνος, χτύπησε την πόρτα του μοναστηριού και ζήτησε την προστασία των μοναχών. Φτιαγμένο σ’ ένα ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, γεμάτο πεύκα, ελιές και πλούσια βλάστηση, ατένιζε την θάλασσα, γαληνεμένη το καλοκαίρι, ανταριασμένη το χειμώνα, πρόσφερε ησυχία, ερημιά και σε προκαλούσε σε πνευματικές αναζητήσεις.

Τον δέχτηκαν ως δόκιμο για μερικά χρόνια, μέχρι να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία για μοναχός.

Εκεί ο νεαρός βρήκε τον δρόμο του. Η αγνή καρδιά του του γαλήνεψε με την διάχυτη παρουσία του Δημιουργού. Η πίστη του εδραιώθηκε και περίμενε με λαχτάρα να γίνει δεκαοχτώ χρονών και να πάρει την μοναχική κουρά.

Ο Μοναχός Εφραίμ

Ο νεαρός Κωνσταντίνος το 1402 εκάρη μοναχός με το όνομα Εφραίμ. Δόθηκε ολόψυχα στην ασκητική ζωή, με υπακοή στον λόγο του Χριστού και παράδειγμά του τους μεγάλους Ασκητές και Πατέρες. Με ζήλο, ταπείνωση και σκληρούς αγώνες, έγινε υπόδειγμα μοναχού. Καθάριζε την ψυχή του και το σώμα του από κάθε τι κοσμικό.

Με την άδεια του ηγούμενου, είχε βρει μακριά από το Μοναστήρι, μια απόμερη σπηλιά. Εκεί με νηστεία, προσευχή και περισυλλογή, πολεμούσε τους δικούς του δαίμονες, με μοναδικό απώτερο σκοπό την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Χρόνο με τον χρόνο ανέβαινε την Ουράνια κλίμακα. Με κατάνυξη, αξιώθηκε και έλαβε το χάρισμα της Ιεροσύνης.

Προσευχόταν απ’ την καρδιά του “υπέρ του σύμπαντος κόσμου”, για τους εχθρούς και τους διώκτες του και για όλους τους προαπελθόντες κεκοιμημένους πατέρες και αδελφούς, πιστός την παράδοση της εκκλησίας μας.

Παρακαλούσε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τον ελεήσει και την Υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύει υπέρ αυτού. Γονατισμένος μπροστά στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης, προσευχόταν αδιάκοπα για την προστασία και την σωτηρία των αδελφών χριστιανών που δοκιμάζονταν σκληρά.

Η ώρα του μαρτυρίου

Βρισκόμαστε σε μία ιστορική περίοδο πολύ δύσκολη. Η άλλοτε ένδοξη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει εξασθενήσει από τις επιδρομές των Σταυροφόρων της φράγκικης Ευρώπης του 12ου αιώνα. Δεν μπορεί να είναι παντού παρούσα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προστατέψει τις επαρχίες της. Έτσι οι βάρβαροι Ασιάτες, από στεριά και θάλασσα κατακτούν όλο και περισσότερες περιοχές, όπως την Θεσσαλία το 1395. Λίγα χρόνια πριν το 1931, οι Τούρκοι με αρχηγό τον Εβρέν Μπέη, είχαν εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Ρήμαξαν, σκότωσαν, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα πάντα για δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Από εκεί ανέβηκαν στην Αττική και έκαναν τα ίδια. Έκαψαν πόλεις, λήστεψαν χωριά, ρήμαξαν και ερήμωσαν τα πάντα. Σκότωναν αδιακρίτως ανθρώπους, χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Αναζητώντας συνεχώς πλούτη, στράφηκαν κατά των Μοναστηριών και των Προσκυνημάτων που στην Αττική υπήρχαν πολλά. Άρπαζαν ότι έβρισκαν και θεωρούσαν πολύτιμο. Αργυρά και χρυσά ιερά σκεύη, εικόνες, εκκλησιαστικά αντικείμενα, χρυσοκέντητα άμφια, ρούχα και τρόφιμα.

Το 1424 έφτασαν και στη Νέα Μάκρη. Αφού επιδόθηκαν και εκεί σε λεηλασίες, αρπάζοντας όχι μόνο τα πολύτιμα μα και ότι γυάλιζε, αιχμαλώτιζαν νέους και νέες για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, ενώ σκότωναν τους ηλικιωμένους θεωρώντας τους βάρος. Το καλοκαίρι ανέβηκαν και στο Όρος των Αμώμων, πιστεύοντας ότι οι χριστιανοί κρύβουν τους πολύτιμους θησαυρούς τους στα Μοναστήρια.

Αφού λεηλάτησαν όλα τα κελιά και τα ασκητήρια, έφτασαν και στην μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Έσπασαν την πόρτα και όρμησαν εξαγριωμένοι στο Μοναστήρι.

Μάζεψαν όλους τους μοναχούς στην αυλή και απαίτησαν να τους παραδώσουν κατά διαταγή του Εβρέν Μπέη, τους θησαυρούς. Μη βρίσκοντας αυτά που περίμεναν, ξέσπασαν την οργή τους στους μοναχούς. Ανάμεσα τους, ο ηρωικός Ηγούμενος της Μονής, προσευχόταν μαζί τους:

Στις μεγάλες γιορτές κατέβαινε στο Μοναστήρι, τελούσε την Θεία λειτουργία, υπηρετούσε με κατάνυξη το Ιερό Θυσιαστήριο, μεταλάβαινε των Αχράντων Μυστηρίων και επέστρεψε πάλι στην σπηλιά του. Έκανε τακτικά τα μνημόσυνα υπέρ των μαρτυρικά τελειωμένων συνασκητών του και ευχόταν να αξιωθεί το ίδιο τέλος για τον ευατόν του. Αντιμετώπιζε δυσκολίες, με το ζόρι εύρισκε τα απαραίτητα για τις λειτουργίες (άρτον, οίνο, κεριά, λάδι, θυμίαμα) και τρεφόταν μόνο με χόρτα, ελιές και σύκα που έβρισκε στο δάσος. Μετά από πολλούς μήνες, οι Τούρκοι επέστρεψαν πάλι στο Όρος των Αμώμων, συνεχίζοντας τις λεηλασίες.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1425, ο μοναχός Εφραίμ κατέβηκε από την σπηλιά του στο μοναστήρι για να τελέσει την Λειτουργία στην μεγάλη εορτή της Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού.

Οι αλλόθρησκοι τον είδαν και τον συνέλαβαν αμέσως. Εξοργισμένοι θεωρώντας ότι ο μοναχός είχε αποδράσει από την προηγούμενη σφαγή, άρχισαν να τον χτυπούν και να τον βασανίζουν. Απαιτούσαν να μαρτυρήσει που βρισκόταν κρυμμένοι οι θησαυροί της Μονής.

Ο μοναχός τους απαντούσε πως μόνο πνευματικοί θησαυροί υπήρχαν εκεί και προσευχόταν για να πάρει δύναμη. Έφτασαν να του προτείνουν ακόμα και ν’ αλλαξοπιστήσει για να γλιτώσει τον θάνατο. Η απάντηση του μοναχού ήταν φυσικά μία:

– “Δεν φοβάμαι ούτε τα μαρτύρια, ούτε τον θάνατο. Καμιά δύναμη δεν θα με κάνει ν’ αρνηθώ την Πίστη μου στον Πανάγιο Θεό”.

Ήταν ανήμερα των γενεθλίων του, έκλεινε τα σαράντα ένα του χρόνια, όταν άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Καθημερινά τον ξυλοκοπούσαν και τον υπέβαλλαν σε οδυνηρούς σωματικούς πόνους. Με αστείρευτη υπομονή δεχόταν ο Μεγαλομάρτυρας τις κακοποιήσεις, προσευχόμενος συνεχώς στον Θεό να του δίνει δύναμη, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον Ιησού να συγχωρήσει τους διώκτες του.

Επί οκτώμισι μήνες υπέμεινε τα πάνδεινα, ακλόνητος στην Πίστη του και παίρνοντας θάρρος από την εικόνα του Ιησού στον Σταυρό, όταν θυσιαζόταν για όλους μας. Κάποτε οι Τούρκοι κουράστηκαν να ελπίζουν στην εύρεση θησαυρών και χάνοντας την υπομονή τους μπροστά στην ακατάβλητη Πίστη του μοναχού, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Σε μια μεγάλη μουριά, που υπάρχει ως σήμερα στον προαύλιο της Μονής, τον κρέμασαν ανάποδα.

Με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω, συνέχιζαν να τον βασανίζουν αλύπητα. Εξαγριωμένοι με την αντοχή του και την αδιάκοπη προσευχή που έβγαινε από τα χείλη του, λύσσαξαν πραγματικά.

Με μεγάλα καρφιά στα πόδια και το κεφάλι, κάρφωσαν το σώμα του στον κορμό του δέντρου και δεν σταμάτησαν εκεί. Ήταν 5 Μαΐου του 1426, πρωινό Τρίτης, όταν πήραν ένα μυτερό σκληρό ξύλο και αφού του έβαλαν φωτιά, κατατρύπησαν με αυτό το χιλιοβασανισμένο σώμα του, δίνοντας τέλος στο μαρτύριο του.

Ήταν ανήμερα της γιορτής της Αγίας Ειρήνης, που ειρήνευσε η Αγία ψυχή του, παραδομένη στον Κύριο Ιησού Χριστό, λαμβάνοντας ως έπαθλο το αμάραντο στεφάνι του Αγίου και Μεγαλομάρτυρα.

“Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών…”.

Με απερίγραπτη μανία, τους έσφαξαν όλους, εκεί στην αυλή. Το αθώο αίμα τους, πότισε τις πέτρινες πλάκες. Έγιναν όλοι Μάρτυρες του Κυρίου. Κατόπιν κατέστρεψαν το Μοναστήρι και ότι δεν μπορούσαν να μεταφέρουν το κατέστρεψαν επίσης. Ο μόνος που γλίτωσε απ’ όλη την Μοναστική κοινότητα, ήταν ο Ιερομόναχος Εφραίμ, που έλειπε την ημέρα εκείνη στη σπηλιά του.

Το μαρτυρικό τέλος

Όταν επέστρεψε ο μοναχός Εφραίμ στη Μονή, βρήκε έκπληκτος τα πάντα κατεστραμμένα και την αυλή με τα ματωμένα πτώματα των Πατέρων.

Έπαθε σοκ από την εικόνα του μαρτυρίου και της καταστροφής. Θρηνώντας απαρηγόρητος, έκανε ότι έπρεπε κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Κατόπιν, μόνος του ανέλαβε την κηδεία και την ταφή όλων των Μοναχών. Τελειώνοντας, κλείδωσε το Μοναστήρι και επέστρεψε στην σπηλιά του. Με άσκηση και περισυλλογή συνέχισε τον ασκητικό δρόμο που είχε διαλέξει.