1821-2021 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση Πρωτοβουλίες της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας

1821-2021 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση Πρωτοβουλίες της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας

13 Ιανουαρίου, 2020 0 Από ekklhsiastkaneathessalias
Spread the love

Η επέτειος της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 εορτάζεται κατ’ έτος την ημέρα του Ευαγγελισμού της Παναγίας, την 25η Μαρτίου, που συμβολίζει την αναγγελία της απελευθέρωσης του ανθρωπίνου γένους λόγω του γεγονότος του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου και της ελεύσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και την απελευθέρωση των Ελλήνων από τα δεσμά της δουλείας. Ο αγώνας των Ελλήνων έγινε, όπως ομολογούσαν οι Αγωνιστές του 1821, «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Δεν πρόκειται συνεπώς μόνο περί μιας εθνικής επετείου, αλλά περί συζεύξεως, αλληλοπεριχωρήσεως, κοινής πορείας και αδιατάρακτης ενότητας Ελληνισμού και Ορθοδοξίας.

Στον εορτασμό αυτό συμμετέχει και η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν αποφάσεως του Κεντρικού Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, με πρωτότυπες και επίκαιρες εκδοτικές προτάσεις.

1. «Οι Νεομάρτυρες του Γένους-Για του Χριστού την πίστη την αγία». Πολυτελής Συναξαριστικός Τόμος με Συναξάρια όλων των Νεομαρτύρων (κατ’αλφαβητική σειρά) και εικόνες των Αγίων, επιμέλεια Μητρ. Φαναρίου Αγαθαγγέλου, (υπό έκδοσιν).

2. «Agenda», εβδομαδιαίο πολυτελές συλλεκτικό ημερολόγιο του 2021, υπό τον υπότιτλο «Πάνθεον του 1821», στην ελληνική και αγγλική γλωσσα, διακοσμημένο με περίφημα έργα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων (Νικολάου Γκύζη, Θεοδώρου Βρυζάκη, Κωνσταντίνου Βολανάκη, Ευγένιου Delacroix, Λουδοβίκου Dupré, Xydacobe, Ivan Aivazovsky, Georg Perlberg, Ary Scheffer, Gosse Nicolas Louis Francois, Claude Pinet, Henri Auguste César Lock, Λουδοβίκου Lipparini, Donato Francesco de Vivo και Peter von Hess ), που χαραξαν στην εθνική μνήμη και την παγκόσμια ιστορία τις μορφές των Ηρώων και γεγονότων και διδάσκουν την παγκόσμια κοινότητα. Στην σελίδα κάθε εβδομάδος αναγράφεται και ένα απόφθεγμα Αγωνιστών, ιστορικών, ποιητών για τη συμβολή της Εκκλησίας στον Αγώνα (στην ελληνική και αγγλική γλώσσα), ως και την κάθε ημέρα η μνήμη των Νεομαρτύρων που εορτάζουν. (Σχήμα 30Χ21, επιμέλεια Μητρ. Φαναρίου Αγαθαγγέλου, (υπό έκδοσιν).

3. «Φιλοθέη Μπενιζέλου η Αθηνιώτισσα», Δημ. Φερούση, σελ. 288, (λιανική τιμή 7 €).

4. «Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Φωτιστής του Γένους, ο Προφήτης», Μιχαήλ Τρίτου, Καθηγητού Α.Π.Θ., σελ. 122, (λιανική τιμή 7 €).

5. «Ο ΄Αγγελος στην Πόλη», Χαράλαμπου Κατσάρα, εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο με 4 βυζαντινά διηγήματα για την Πόλη, τη Νίκαια, το Δεσποτάτο του Μυστρά, την άλωση της Πόλης, σελ. 71, (λιανική τιμή 5 €).

6. «Γρηγόριος ο Ε΄, ο μαρτυρικός Πατριάρχης», εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο, της Αθηνάς Ντάσιου -Γιάννου, σελ. 48, (λιανική τιμή 6 €).

7. Ειδική έκδοση (20σελιδο έντυπο εμπλουτισμένο με έργα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων) για τη μαθητιώσα νεολαία περί του ρόλου και της προσφοράς της Εκκλησίας στο υπόδουλο Γένος – κατόπιν εντολής Ιεράς Συνόδου – που θα διανέμεται δια των Ι. Μητροπόλεων. Η συγγραφή ανετέθη, υπό της Γενικής Διευθύνσεως, στην κα Ζωή Κανάβα, διακεκριμμένη συγγραφέα παιδικών και νεανικών βιβλίων (υπό έκδοσιν).

8. «Η αναφορά των Αγωνιζομένων Ελλήνων προς τους βασιλείς και τους ηγέτες της Ευρώπης». Πρόκειται για την Επιστολή που απέστειλαν οι Αγωνιζόμενοι Ελληνες προς το Συμβούλιο της Βερόνας, που έλαβε χώρα το 1822, και στην οποία παρουσιάζουν με ανάγλυφο τρόπο τα δεινά του Ελληνικού Λαού και τους λόγους της Επαναστάσεως. Το κείμενο, το οποίο διέσωσε ο ιστορικός Σπυρίδων Ζαμπέλιος, αποτελεί κυριολεκτικά ομολογία πίστεως και ξεκαθαρίζει τα αίτια του Αγώνα. Η Αναφορά, που είναι γραμμένη στην αρχαία αττική διάλεκτο, αποδόθηκε στη Νέα Ελληνική Γλώσσα και μεταφράσθηκε στην Αγγλική και Γαλλική γλώσσα από συνεργάτες της Αποστολικής Διακονίας με σκοπό να αποσταλεί σε όλα τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις Ηγεσίες των Ευρωπαϊκών και Χριστιανικών Χωρών (υπό έκδοσιν ).

9. «Αθηναγόρας και Olivier Clément, ένας Πατριάρχης και ένας Καθηγητής μεταξύ των εθνικισμών και της παγκοσμιοποίησης». Ο συγγραφέας του έργου Andrea Riccardi, ιταλός ιστορικός και προσωπικός φίλος του O. Clément, χρησιμοποίησε ως βάση τόσο το έργο του O . Clément « Διάλογοι με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα » ( Dialogues avec le Patriarche Athénagoras, 1969), όσο τις σημειώσεις και τις εκτενείς επιστολές του για τις συζητήσεις που είχε μετέπειτα με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Συνεπώς, το έργο του Olivier Clément, όπως το ανέπτυξε ο ιταλός ιστορικός Andrea Riccardi, αναφέρεται στην αυθεντική συνέχεια της εξαιρετικής αποστολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθοδόξου Εκκλησίας γενικότερα τόσο για την υπεράσπιση των ιερών και των οσίων του Γένους μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όσο και για την αξιόπιστη προβολή της πλούσιας πνευματικής κληρονομίας του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας στους εγγύς και στους μακράν. Υπό το πνεύμα αυτό, η Αποστολική Διακονία ενέταξε την έκδοση του σπουδαίου αυτού έργου στο πλαίσιο των επετειακών εορταστικών εκδηλώσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ανάπτυξη όχι μόνο της σπουδαίας και μοναδικής ιστορικής σημασίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, αλλά και των ανεκτιμήτων ευεργετικών συνεπειών της για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, (υπό έκδοσιν ).

10. Αφιέρωμα στο διαδίκτυο με πλούσιο, πολύτιμο και αρχειακό ιστορικό βιβλιογραφικό υλικό, πίνακες, προσωπογραφίες, συναξάρια Νεομαρτύρων και εικόνες.

Mια ορθόδοξη πρόταση για την υπέρβαση του Φονταμενταλισμού ή περί της ευθύνης της Ευρώπης

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,
Γενικού Διευθυντού Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος

Μέσα από τις αλληλοσυγκρουόμενες καταστάσεις της πολιτικής επιδιώκεται η μεταχείριση της θρησκείας για τη στήριξη προσωπικών, εθνικιστικών, φυλετικών, διεθνών στρατηγικών και άλλων συμφερόντων. Δυστυχώς, οι θρησκείες όχι μόνον υποκύπτουν, πολλές φορές, στους αθέμιτους σχεδιασμούς της διεθνούς πολιτικής, αλλά εξαρτούν και θεωρούν την πολιτική προοπτική ενός τόπου κάτω από μία συγκεκριμένη ερμηνεία των θρησκευτικών αληθειών. Είμαστε μάρτυρες μιας δαιμονικής καταστάσεως βίας και τρομοκρατίας. Άνθρωποι χάνονται, δολοφονούνται ανυποψίαστοι, πεινάνε, ασθενούν, φοβούνται. Η θάλασσα έγινε νεκροταφείο ελπίδων και ο άνεμος δεν κοπάζει. Πού λόγος για τη χαρά της ζωής, το δικαίωμα στη ζωή, το θείο δώρο της ειρήνης, την αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη που δίνουν νόημα στην καθημερινή βιοτή και την ύπαρξή μας;

Αυτή η σχέση Φονταμενταλισμού και πολιτικής γίνεται πιο έκδηλη στην περίπτωση των χωρών εκείνων που, αφ’ ενός μεν έζησαν την οδυνηρή εμπειρία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και την οικονομική εισβολή της Δύσης και, αφ’ ετέρου αντιμετώπισαν τα φλέγοντα προβλήματα (οικονομικά, κοινωνικά και ταυτότητας) που προέκυψαν στην μετα-αποικιακή και σύγχρονη εποχή και εμπόδισαν τη δυνατότητα εξέλιξης και ανάπτυξης μιας πολιτικής ιδεολογίας που θα εκφράζει και θα αγκαλιάζει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου και θα συμβάλει στη λύτρωση από την πόλωση ανάμεσα στο πρόσωπο και την ιστορία.

Κρίνεται ως τραγικό το γεγονός ότι οι Φονταμενταλιστές, μέσα από τη συνύπαρξη μιας φονταμενταλιστικής και θρησκευτικής πραγματικότητας, παρά την έντονη διακήρυξή τους περί εμμονής και προσήλωσης στα παλαιά σχήματα, δεν έχουν καμιά δυσκολία στο να υιοθετήσουν πράξεις και μεθόδους (πολιτικές, οικονομικές, οργανωτικές) δανεισμένες από το «εχθρικό» στρατόπεδο, προκειμένου να καλλιεργήσουν τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, τον ανταγωνισμό, την κατοχή και αναίρεση του ανθρωπίνου προσώπου, τη θρησκευτική ανελευθερία.

Μία, λοιπόν, από τις σημαντικότερες προκλήσεις σε πανανθρώπινο επίπεδο είναι η υπέρβαση του Φονταμενταλισμού. Η προσπάθεια για την υπέρβαση του Φονταμενταλισμού χρειάζεται να είναι πολύπλευρη. Οι αρνητικές συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων (συνειδητών ή μη) του παρελθόντος πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία και αφορμή ειλικρινούς αυτοκριτικής διαθέσεως, κατανοήσεως και αλληλογνωριμίας.

Οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη ότι οι Φονταμενταλιστές κατ’ ουσίαν όχι μόνον αρνούνται την προσπάθεια για την υπέρβαση του φαινομένου, αφού χρησιμοποιούν θεσμικούς μοχλούς της κρατικής εξουσίας ή χρησιμοποιούνται από αυτούς, διαιρούν τις Θρησκείες και τις Εκκλησίες, αντιτάσσουν, απολυτοποιούν και επιτίθενται, συγχέουν και ταυτίζουν την πίστη και τις εκφράσεις της και απονεκρώνουν την παράδοση, αλλά πάνω από όλα υποδουλώνουν την ελευθερία της συνείδησης, την ιστορική μνήμη και καταρρακώνουν, με ένα ολοκληρωτικό τρόπο, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αφού ο Φονταμενταλισμός στερείται οντολογίας και διακρίνεται για τη δεοντολογία και την ηθικολογία.

Η χρήση της ανθρώπινης λογικής μπορεί να βοηθήσει, κατά πρώτον, στην απεμπόληση νοσηρών στοιχείων, τα οποία καθιστούν την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων με διαφορετικές πεποιθήσεις δύσκολη. Ωστόσο μοναδικός δρόμος για να επιτευχθεί αυτό είναι ο διάλογος, η προσέγγιση αλλήλων, η κατανόηση μεταξύ των Θρησκειών και του κόσμου, ώστε να υπάρχουν προοπτικές συνεργασίας, ειρηνικής συνύπαρξης και κοινής μαρτυρίας για πανανθρώπινα αγωνιώδη αιτήματα και αναζητήσεις. Απαραίτητες προϋποθέσεις αυτού του διαλόγου είναι η αμοιβαία αναγνώριση της ισοτιμίας, του δικαιώματος στην ετερότητα, όπως αυτή πηγάζει από τις θρησκευτικές, πολιτισμικές και εθνικές παραδόσεις, ο αλληλοσεβασμός, η ειλικρινής συμμετοχή και διάθεση για την ειρηνική συνύπαρξη.

Οι σχέσεις των Χριστιανικών Εκκλησιών για μια ειλικρινή συνεργασία, αλληλογνωριμία και αλληλοσεβασμό, δύνανται να ενισχύσουν τα μέγιστα στην προσπάθεια υπέρβασης του Φονταμενταλισμού. Αυτό απαιτεί συνεχή προσπάθεια και ωρίμανση του διαλόγου. Οι Εκκλησίες καλούνται να εργασθούν με εντιμότητα και ειλικρίνεια για την υπέρβαση πολιτικών ή παραπολιτικών καταστάσεων, των προσηλυτιστικών διαθέσεων του εθνοφυλετισμού. Η οικουμενικότητα δεν καταλύει, αλλά διατηρεί την ταυτότητα των λαών· η αμοιβαία γνωριμία δεν οδηγεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό, αλλά σε σεβασμό και ένα πλουραλισμό, για τον οποίο θα πρέπει να υπάρχει το μέτρο κρίσης και αξιολόγησης.

Στην καλλιέργεια του διαλόγου και των προσπαθειών για την υπέρβαση του Φονταμενταλισμού σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει και η πολιτική των κρατών, όταν ακριβώς επιτρέπει και αναγνωρίζει σε κάθε θρησκευτική κοινότητα το δικαίωμα να ζήσει σύμφωνα με τις δικές της παραδόσεις, σεβόμενη τον συνάνθρωπο και τους νόμους του κράτους. Για το λόγο αυτό, η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει ενεργά το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως στα πλαίσια της αρχής της ανεξιθρησκείας, που αποτελεί πανανθρώπινο όραμα, και όχι να ακολουθεί τη λογική «των μονομερών εκπτώσεων» που αρνείται ουσιαστικά βασικά στοιχεία του αξιακού γίγνεσθαι και της αυτοσυνειδησίας των λαών και ιδιαίτερα αυτά που αποτελούν συστατικά στοιχεία της κοινής χριστιανικής παράδοσης της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Γνωρίζουμε ότι οι σχέσεις θρησκείας και πολιτικής είναι αναπόφευκτες στην ιστορία των λαών, αλλά οι Εκκλησίες και τα άλλα θρησκεύματα (οι ενδιαφερόμενες πλευρές), οφείλουν να έχουν καθαρή συνείδηση για τη σχέση τους με το κράτος και την πολιτική, να την επανακαθορίσουν ή να την επανεκτιμήσουν. Δεν πρέπει οι Θρησκείες να υποτάσσονται στις πολιτικές επιδιώξεις και σκοπιμότητες ή να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε θεσμική – πολιτική παρέμβαση για μία αθέμιτη και βίαιη επιβολή της πίστεώς τους.

Όσον αφορά στο διάλογο μεταξύ Ορθοδοξίας και Ισλάμ, θεωρούμε ότι, παρά τα πολλά σημεία διαφοροποιήσεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία επιθυμεί μία ειρηνική συνύπαρξη με τον ισλαμικό κόσμο και η διάθεσή της αυτή πηγάζει από κοινές ιστορικές εμπειρίες. Ο διάλογος αυτός αφορά στην αντιμετώπιση όλων των θεμάτων που έχουν άμεση σχέση με τα κοινά ανθρώπινα δικαιώματα. Η εκδήλωση ενός απομονωτισμού εκ μέρους του ευρωπαϊκού κόσμου και των Εκκλησιών έναντι του Ισλάμ θα καλλιεργήσει το έδαφος για την ανάπτυξη ενός Φονταμενταλισμού στο βαθμό που, μεταξύ άλλων, όχι μόνο θα αποθαρρύνει κάθε διάθεση για προσέγγιση των ενδιαφερόμενων μερών, αλλά θα οξύνει τις αντιπαραθέσεις και θα καλλιεργήσει την εχθρότητα.

Η οικουμενικότητα για την Ορθοδοξία δεν είναι όρος εδαφικός, αλλά η κατάλυση των ανθρωπίνων φραγμών στην Καινή Κτίση της Βασιλείας του Θεού. Ο Θεός, ο Οποίος σαρκούται, υποφέρει, ανίσταται και αναλαμβάνεται στους ουρανούς για τη σωτηρία του ανθρώπου, μας καλεί να διαλεχθούμε, όχι για να αναιρέσουμε ή να αρνηθούμε, αλλά για να υπερβούμε το φαινόμενο του Φονταμενταλισμού. Δυστυχώς, η οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας τρομάζει τις ασθενικές συνειδήσεις των Φονταμενταλιστών, οι οποίοι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τα μηνύματα των γεγονότων, παρ’ όλα τα συγκλονιστικά δεδομένα και να δουν ότι το μόνο αντίδοτο στην κρίση των καιρών δεν είναι ο Φονταμενταλισμός και οι παθολογικές του εκφράσεις, αλλά η οικουμενικότητα και ο διάλογος. Η ευχαριστιακή αναφορά της Εκκλησίας μας προσφέρει τον Χριστό, Αυτόν που σαρκώθηκε και προσέλαβε στην υπόστασή Του όλον τον κόσμο και η μετοχή στο Σταυρό και την Ανάστασή Του αποτελεί την ουσιαστική πράξη για την υπέρβαση του Φονταμενταλισμού. Εν τέλει, εάν η πρόσδεσή μας στην παράδοση δεν πάψει να είναι αυτοδικαιωτική παρελθοντολογία και η παράδοση δεν γίνει ο φορέας του προφητικού χαρίσματος, φωτίζοντας το παρόν με τα εσχατολογικά φώτα του μέλλοντος, τότε αυτή η παράδοση θα αντιγράψει, θα «κοπιάρει» με πνεύμα νεκρότητας στοιχεία του παρελθόντος και η καρδιά μας θα αδυνατεί να σχηματίσει την εικόνα του Θεού και την εικόνα του ανθρώπου (όπως ακριβώς συμβαίνει και στον αισθητικό φονταμενταλισμό) και να διαλεχθεί μαζί τους. Αυτή είναι πλέον και η μεγάλη ευθύνη της Χριστιανικής Ευρώπης που έχει πληγώσει ψυχικά τους πολίτες της, που καλλιεργεί τον κυνισμό ενός κόσμου χωρίς Θεό στον οποίο δεσπόζει μόνο η δύναμη και το κέρδος, που μεταδίδει τα αξιακά κριτήρια κατεστραμμένα, ώστε η διαφθορά και η ασυλλόγιστη δίψα για εξουσία να θεωρούνται κάτι το αυτονόητο.

          Αικατερίνη Ιερατικά Άμφια