en-Ο οσιομάρτυρας Άγιος Γεδεών

γονέων Αὐγερινοῦ καί Κυράτζας. ᾿Εγεννήθη εἰς τό χωρίον Γλαφυραί ἤ Κάπουρνα. Εἶχε δέ τρεῖς ἀδελφούς καί τέσσαρας ἀδελφάς. ῾Ο πατέρας του, ἐπειδή ἀντιμετώπιζε οἰκονομικό πρόβλημα, ἀνεχώρησε ἀπό τήν Κάπουρνα μέ τήν οἰκογένειάν του, καί διέμενε εἰς ἄλλο χωριό.

Τότε ὁ Νικόλαος ἦτο 12 ἐτῶν. ῾Η μητέρα του εἶχεν ἕνα ἐξάδελφον εἰς τό Βελεστῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε παντοπωλεῖον· ἐζήτησε ἀπό τήν ἐξαδέλφη του τόν ἀνεψιό ὥστε νά τοῦ προσφέρῃ βοήθειαν εἰς τήν ἐργασίαν του.

᾿Εκεῖ, εἰς τό παντοπωλεῖον, ἐσύχναζε ἕνας Τοῦρκος, ὁ ὁποῖος μόλις εἶδε τόν μικρό Ν. τόν ἐζήτησε ἀπό τόν θεῖον γιά νά τόν πάρῃ εἰς τό σπίτι του, ἐπειδή τό παιδί του ἦταν εἰς τόν πόλεμο. ῾Ο θεῖος τοῦ Ν. προέβαλε ἄρνησι.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ Τοῦρκος ἐπέστρεψε καί διά τῆς βίας ἅρπαξε τόν μικρόν Ν. καί τόν ἔφερε εἰς τό σπίτι του.

᾿Επέστρεψε καί ὁ υἱός τοῦ Τούρκου καί ὅταν εἶδε τό ῾Ελληνόπουλο, ἐζήτησε ἀπό τόν πατέρα του νά γίνῃ ἡ περιτομή καί νά εἶναι ὁ ἴδιος ἀνάδοχος. Μέ κολακεῖες τόν κατάφεραν νά ἀρνηθῇ τήν πίστιν του καί νά γίνῃ Μωαμεθανός. ῾Η περιτομή ἔγινε καί ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Ιμβραήμ.

Εἰς τήν θρησκείαν τῶν τυράννων παρέμεινεν μόνον δύο μῆνες. Μετενόησεν διότι ἠρνήθη τήν ἀληθινήν θρησκείαν· ἔσπευσε νύκτα νά συναντηθͺῇ μέ τόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος τόν φυγάδευσε εἰς τό χωρίον, τό Κεραμίδι.

᾿Από τό Κεραμίδι μέ μερικούς τεχνῖτες ταξίδεψε εἰς τήν Κρήτην· ἐν τῷ μεταξύ ὁ πατέρας του, συνελήφθη ὑπό τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι μέ βασανισμούς τόν ἀνέκριναν, ἀλλά κατάφερε μέ ἑλιγμό καί τόν ἄφησαν ἐλεύθερο.

Τόν πρῶτο καιρό, ὁ Νικόλαος ἀντιμετώπισε δυσκολίες εἰς τήν Κρήτην, ἐξαιτίας τῆς σκληρᾶς καί ἀπανθρώπου διαγωγῆς τῶν τεχνιτῶν. Οἱ τεχνῖται τόν κτυποῦσαν ἀλύπητα.

Περιπλανώμενος εἰς τό νησί συνήντησεν κάποιον ἱερέα εἰς τό ἐξωκκλήσιον καί μετά τήν συζήτησιν ὁ ἱερεύς τόν πῆρε εἰς τήν οἰκίαν του ἐπειδή εἶχε πεθάνει τό παιδί του.

῞Υστερα ἀπό τρία χρόνια ὁ ἱερεύς ἀπεβίωσεν καί ἐπειδή ἡ χήρα πρεσβυτέρα εἶχε καί δύο θυγατέρες καί ἦτο ἀδύνατον νά θρέψῃ καί τόν Νικόλαον, ἠναγκάσθη νά φύγῃ διά τό ῞Αγ. ῎Ορος.

Εἰς τό ῞Αγ. ῎Ορος, ἐπισκέφθη ὅλας τάς ῾Ι. Μονάς, καί τέλος ἐγκαταβίωσε εἰς τήν Μονήν τοῦ Καρακάλλου. ᾿Εξομολογήθηκε τό ἁμάρτημά του γιά πρώτη φορά, ἐκοινώνησε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καί μετά ἀπό δύο μῆνες ἔλαβεν τό Μέγα καί ἀγγελικόν σχῆμα μετονομασθείς Γεδεών.

Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τοῦ ἀνέθεσαν τό διακόνημα τοῦ ᾿Εκκλησιάρχου.

Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τίς ἀγρυπνίες, τίς νηστεῖες, τούς ἀσκητικούς ἀγῶνας του;

Τήν 6ην ᾿Ιουνίου 1797 ὁ Γεδεών μέ τήν εὐλογία τῶν Πατέρων διωρίσθη μετοχιάρης μέ τόν προηγούμενον Γαβριήλ, εἰς τό Μετόχιον τῆς Μεταμορφώσεως, εἰς τήν περιοχήν Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά ἀπό ἕξι ἔτη παραμονῆς του εἰς τό μετόχιον, ἐπέστρεψεν εἰς τήν μονήν τῆς μετανοίας του. ᾿Εσυνέχιζε τούς ἀσκητικούς ἀγῶνας· ἐζήτησεν εὐλογίαν νά ἀποσυρθῇ σέ σκήτη, ἀλλά ἐπέστρεψε καί πάλι εἰς τήν μονήν.

῎Εκλαιε διά τήν ἄρνησιν τῆς πίστεως, διά τόν πρότερον βίον του καί ποθῶν τό μαρτύριον, μέ τήν εὐλογίαν τῶν Πατέρων τῆς μονῆς ἔφυγε ἀπό τό ῞Αγ. ῎Ορος, ἦλθε εἰς Ζαγοράν καί ἐκεῖθεν εἰς Βελεστῖνον, εἰς τόν τόπον πού ἠρνήθη τήν πίστιν του.

Τήν Μ. Πέμπτην ἔφερεν ἐπί τῆς κεφαλῆς του στέφανον ἐξ ἀνθέων, ἔρχεται εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Τούρκου, κτυπᾶ τήν θύρα δυνατά· λίγο ἔλειψε νά τήν ρίψη κατά γῆς, εἰσῆλθε μέσα καί ἀνέφερε εἰς τόν Τοῦρκο ποιός ἦταν. ῾Ο Τοῦρκος ἀναφέρει τό γεγονός εἰς τόν κριτήν καί οἱ στρατιῶται τόν ἔφεραν ἐνώπιόν του γιά νά τόν κρίνῃ, τό πρωΐ τῆς Μ. Παρασκευῆς.

Εἰς τόν κριτή προσέφερεν δύο κόκκινα αὐγά καί λέγει· «Χριστός ᾿Ανέστη, κριτά, καί εἰς ἔτη πολλάϜ». ῾Ο κριτής διέταξε νά τοῦ φέρουν καφέ καί μόλις ὁ Γεδεών τόν πῆρε, τόν ἐπέταξε εἰς τό πρόσωπον τοῦ κριτοῦ. Μέ βία τόν ἐδίωξαν.

Κατόπιν συνήντησεν ἔξω ἀπό τό Τζαμί μία γυναῖκα μέ τέσσερα κορίτσια, τήν ὁποίαν ἐκτύπησεν τόσον πολύ ὥστε ἔτρεξε αἷμα ἀπό τό στόμα της, οἱ δέ Τοῦρκοι τόν ἐκτύπησαν καί τόν ἄφησαν ἡμιθανῆ.

Οἱ Χριστιανοί τόν μετέφερον εἰς τό σπίτι τῆς ἀδελφῆς του Δάφνης σέ χωριό μιά ὥρα ἀπόστασι ἀπό τό Βελεστῖνον.

᾿Αργότερον τόν βλέπουμε νά ἐργάζηται εἰς τό χωρίον Κανάλια καί νά προσφέρη βοήθεια εἰς τούς ἁλιεῖς τῆς περιοχῆς.

Πολλές φορές ἐδημιούργησεν προβλήματα εἰς τούς Τούρκους ὥστε νά προκαλέσῃ τήν ἀντίδρασίν των καί νά ἐπιτύχῃ τό μαρτύριον. ῎Ετσι ἐπιστρέφει καί πάλι εἰς τό ῞Αγ. ῎Ορος. ῎Ερχεται εἰς τήν μονήν τῆς μετανοίας καί ἀναλαμβάνει καί πάλι τό διακόνημα τοῦ ἐκκλησιάρχου.

Ποθῶν τό μαρτύριον, ἐγκαταλείπει καί πάλι τήν μονήν Καρακάλλου, ἔρχεται εἰς τήν Ζαγοράν καί τό Βελεστῖνον καί παρουσιάζεται εἰς τόν κριτή καί ὁμολογεῖ τήν πίστιν του εἰς τόν Χριστόν.

Τόν διώκουν μέ τήν βία, ἔρχεται εἰς τήν ᾿Αγριά, παρουσιάζεται εἰς τόν διοικητήν καί ὑβρίζει τήν θρησκείαν των. ῾Ο διοικητής γράφει γιά τά γεγονότα πρός τόν Βελῆ Πασᾶ τοῦ Τυρνάβου καί ὁ τελευταῖος συλλαμβάνει τόν μάρτυρα ὁ ὁποῖος τότε εὑρίσκετο εἰς τά Κανάλια.

Παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος καί μέ θάρρος ὁμολογεῖ τήν πίστιν του.

῾Ο ἡγεμών ἀρχικῶς προσεπάθησε μέ κολακεῖες νά παρασύρει τόν γενναῖο στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ ἀλλά ματαίως.

῾Υπέβαλον τόν μάρτυρα σέ πολλά βασανιστήρια καί τέλος μέ τσεκούρι τοῦ ἔκοψαν τά χέρια καί τά πόδια του.

Μέσα σέ φρικτούς πόνους παρέδωσε τήν ψυχήν του τήν 30ήν Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1818 καί ἔλαβε τόν στέφανον τῆς ὁμολογίας.

Οἱ Χριστιανοί μέ δόλον ἔλαβον τό σῶμα τοῦ ῾Αγίου, καί τόν ἐνταφίασαν ὄπισθεν τοῦ ναοῦ τῶν ῾Αγ. ᾿Αποστόλων Τυρνάβου. Μετά ἀπό 19 ἔτη ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν ῾Ι. Λειψάνων.

῾Η μνήμη του ἑορτάζεται τήν 30ήν Δεκεμβρίου.᾿Απολυτίκιον.

῏Ηχος γ´. Θείας πίστεως.

Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου.

῾Ρείθροις ἔπνιξας τῶν σῶν αἱμάτων, καὶ κατῄσχυνας, τοῦ ἐπαράτου, τὴν ἀσέβειαν Βελῆ καὶ τὸ φρύαγμα, ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναθλῶν γενναιότατα, ὁσιομάρτυς Γεδεὼν παναοίδιμε, πρέσβυν ἀκοίμητον, Χριστῷ σε προσάγομεν, ῥυσθῆναι ἐκ κινδύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.