Μαθήματα Μεγάλης Ἑβδομάδος

«Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ...» (κάθισμα. Μ. Δευτέρας)

Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Εἶνε ὁ πνευματικὸς φάρος ποὺ φωτίζει καὶ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὸ δρόμο τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀρετῆς. Τὸν φάρο αὐτὸν κανένας ἄνεμος, καμμιά θύελλα, καμμιά δύναμις δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τὸν σβήσῃ, οὔτε νὰ ἐλαττώσῃ τὸ φῶς του. Θὰ λάμπῃ αἰωνίως. Θὰ λάμπῃ μὲ τὴ διδασκαλία του, μὲ τὰ θαύματά του, μὲ τὸν ἅγιο βίο του. Ὅλα φῶς, ὅλα ἀρετή, ὅλα τελειότης ἄφθαστος.

Ἀλλ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἡ λάμψι τοῦ Χριστοῦ κορυφώθηκε καὶ «ἡ ἀρετή του ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) καὶ τὸ ἠθικό του ἀνάστημα ὑψώθηκε ὡς οὐρανομήκης πνευματικὴ στήλη, εἶναι τὰ ἅγια πάθη του. Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνεξάντλητη πηγὴ τῶν ὡραιοτέρων διδαγμάτων. Χριστιανὸς ποὺ δὲν συγκινεῖται καὶ δὲν διδάσκεται ἀπὸ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, εἶναι τυφλὸς καὶ ἀναίσθητος· ὅπως λέει ἕνας Γερμανὸς φιλόσοφος καὶ ποιητής, χριστιανὸς ποὺ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἀλλὰ μιὰ πέτρα χωρὶς καρδιὰ καὶ αἴσθημα. Ἐνώπιόν μας τὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἐκτυλίσσεται τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ καλούμεθα ὄχι νὰ τὸ παρακολουθήσουμε ἁπλῶς ἀλλὰ νὰ δεχθοῦμε στὶς ψυχές μας τὸν φωτισμὸ ποὺ ἐξαποστέλλει ὁ Κύριος ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸ σταυρό του. Θὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὰ σημεῖα ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐνδιαφέρουν κάθε Χριστιανό.

Παρακολουθώντας μὲ καρδιὰ συντετριμμένη τὸν Ἰησοῦν, θὰ τὸν δοῦμε τὴ ΜεγάληΤρίτη, νὰ ῥίχνῃ τοὺς φοβεροὺς κεραυνούς του, τὰ «οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι...» (Ματθ. 23,14 κ.ἑ.) . Οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ πρᾶος Ἰησοῦς μίλησε μὲ τόση δριμύτητα ὅση τότε. Γιατί; Διότι ἐνώπιόν του εἶχε ὑποκριτάς. Καὶ ὁ ἀνεξίκακος Ἰησοῦς τίποτε ἄλλο δὲν μίσησε τόσο ὅσο τὴν ὑποκρισία. Ἡ ὑποκρισία εἶνε τὸ κίβδηλο νόμισμα, τὸ τεχνητὸ ἄνθος, ἡ πλαστογραφία τῆς ἀρετῆς. Γι᾿ αὐτὸ καυτηρίασε τόσο πολὺ τὴν ὑποκρισία.

Ἀλλ᾿ ἀκούγοντας τὸν Κύριο νὰ ἐκφωνῇ τὰ «οὐαὶ» κατὰ τῶν ὑποκριτῶν, ἂς φοβηθοῦμε μήπως κ᾿ ἐμεῖς ὑπαγόμεθα στὴν κατηγορία τῶν ὑποκριτῶν. Διότι ἡ ὑποκρισία εἶνε ἕνα μικρόβιο ποὺ εἰσχωρεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ μαθηταί του, πρέπει ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν πληγὴ τῆς ὑποκρισίας.

Ἀλλὰ καὶ ἄλλο σοβαρὸ μάθημα παίρνουμε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες. Τὴ Μεγάλη Τετάρτη βλέπουμε τὸν Ἰούδα νὰ παζαρεύῃ τὴν πώλησι τοῦ Διδασκάλου ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων. Ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ θλιβερώτερα περιστατικὰ τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου. Εἶνε μάθημα γιὰ ὅλους ὅσους ὑποδούλωσαν τὶς ψυχές τους στὸ χρῆμα, στὴν ὕλη, στὸ μαμωνᾶ.

Φοβερὸ πάθος ἡ φιλαργυρία. Αὐτὴ μετέβαλε ἕναν ἀπόστολο σὲ προδότη. Αὐτὴ μεταβάλλει καὶ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν λατρεύουν πλέον τὸν Χριστὸ ἀλλὰ τὸν χρυσό. Βλέποντες τὸ κατάντημα τοῦ Ἰούδα ἂς προσέξουμε πολύ, ἀγαπητοί μου, μήπως πιαστοῦμε κ᾿ ἐμεῖς στὰ δίχτυα τῆς κατηραμένης φιλαργυρίας. Διότι χριστιανὸς ποὺ λατρεύει τὸ χρῆμα καὶ χάριν αὐτοῦ ψευδορκεῖ, ἀτιμάζει, κλέβει καὶ ἀδικεῖ, εἶνε ἕνας νέος Ἰούδας στὴ σημερινὴ κοινωνία.

Καθὼς ἐξελίσσεται ἡ ἱστορία τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης βλέπουμε τὸ μυστικὸ δεῖπνο. Τὴν τελευταία καὶ ἀλησμόνητη ἐκείνη νύχτα, ὁ Χριστὸς συνέφαγε γιὰ τελευταία φορὰ μὲ τοὺς μαθητάς του. Τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες παραγγελίες. Ἐτέλεσε δὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, ποὺ εἶνε τὸ σπουδαιότερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ καρδιὰ τῆς λατρείας μας.

Μετέδωσε ὁ ἴδιος τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του στοὺς μαθητάς. Ἦταν ἡ πρώτη θεία κοινωνία. Δυστυχῶς ὅμως καὶ σ᾿ αὐτὴν βρέθηκε ἕνας ἀνάξιος νὰ κοινωνήσῃ· ἦταν ὁ Ἰούδας. Μὲ ἀκάθαρτη ψυχὴ πλησίασε καὶ ἔλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Καὶ τώρα, ἀδελφοί μου, πολλοὶ θὰ προσέλθουμε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες νὰ κοινωνήσουμε. Πολὺ νὰ προσέξουμε, μήπως μεταξύ μας ὑπάρχει ὁ Ἰούδας· δηλαδὴ ὁ ἀκάθαρτος, ὁ ἀμετανόητος, ὁ ἀνεξομολόγητος χριστιανός. Αὐτὸς ἂς μὴν πλησιάσῃ τὰ ἅγια, ἐὰν προηγουμένως δὲν καθαρίσῃ τὴν ψυχή του μέσα στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας.

Ἕνα ἄλλο μάθημα μᾶς δίνει ἡ ἄρνησις τοῦ Πέτρου. Μᾶς διδάσκει πόσο ἀσθενής, ἀδύνατος καὶ ἁμαρτωλὸς εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Διότι βλέπουμε ἕνα κορυφαῖο μαθητὴ νὰ πέφτῃ. Τι ἦταν ὁ Πέτρος; Κολοσσὸς πίστεως καὶ ἀρετῆς. Καὶ ὅμως τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης τὸν βλέπουμε νὰ ἀρνῆται ἐμπρὸς σὲ μιὰ ὑπηρέτρια τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἔπεσε ὁ Πέτρος, γιὰ νὰ μάθῃ νὰ εἶνε ταπεινός. Ἔπεσε, γιὰ νὰ μᾶς διδάξῃ ὅλους πόσο πρέπει νὰ προσέχουμε καὶ νὰ φοβώμαστε τὴν ἁμαρτία. Εἶναι τόσο φοβερὴ ἡ ἁμαρτία, ὥστε στὰ δίχτυα της συλλαμβάνει καὶ ἀποστόλους καὶ προφῆτες καὶ ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Λοιπόν, Χριστιανέ· εἶσαι ἅγιος, ἔφθασες σὲ ὕψη τῆς ἀρετῆς; Μὴν ὑπερηφανεύεσαι. Διότι ἐνδέχεται νὰ πέσῃς, καὶ ἐκεῖνος ποὺ τώρα τὸν περιφρονεῖς ὡς ἁμαρτωλό, νὰ γίνῃ ἅγιος καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν πρώτη θέσι τοῦ παραδείσου.

Φθάνοντας στὸ ἀποκορύφωμα τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου θὰ αἰσθανθοῦμε τὸν Κύριό μας νὰ γεύεται τὸ μαρτύριο. Θὰ τὸν δοῦμε νὰ γονατίζῃ, νὰ πέφτῃ μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ μέσα στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Θ᾿ ἀκούσουμε τὴν προσευχή του «Πάτερ μου, ...οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39) . Θὰ δοῦμε νὰ τὸν σέρνουν ὅλη τὴ νύχτα ἀπὸ δικαστήριο σὲ δικαστήριο. Θὰ δοῦμε τοὺς ἐχθρούς του νὰ τὸν ντύνουν μὲ κόκκινη χλαμύδα, νὰ τοῦ πλέκουν «στέφανον ἐξ ἀκανθῶν» , νὰ τὸν περιπαίζουν καὶ νὰ τὸν ῥαπίζουν.

Θ᾿ ἀκούσουμε τὶς ἄγριες φωνές τους «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰω. 19,15). Θὰ δοῦμε τὸν Πιλᾶτο νὰ ὑπογράφῃ τὴν καταδίκη του. Τέλος τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ θὰ δοῦμε τὸν Κύριό μας νὰ σηκώνῃ τὸ βαρὺ σταυρὸ καὶ νὰ κάμπτεται ἀπὸ τὸ βάρος. Ἀλλὰ ποιό βλέμμα θὰ μπορέσῃ πλέον νὰ παρακολουθήσῃ τὴ σκηνὴ τῆς σταυρώσεως; Θὰ τὸν ἀντικρύσουμε νὰ ὑψώνεται γυμνὸς ἐπάνωστὸ ξύλο καὶ θ᾿ ἀκούσουμε νὰ λέῃ ἕναν-ἕνα τοὺς ἑπτὰ λόγους τοῦ σταυροῦ, ἀπ᾿ τοὺς ὁποίους ὁ πρῶτος εἶνε φωνὴ ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον καὶ συγχωρήσεως («Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» Λουκ. 23, 34) κι ὁ τελευταῖος φωνὴ ἀφοσιώσεως στὸν Πατέρα («Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» ἔ.ἀ. 23,46). Χριστιανέ· μπορεῖς ὅσο ζῇς νὰ λὲς κ᾿ ἐσὺ «Οὐράνιε Πατέρα, συγχωρῶ τὸν κάθε ἐχθρό μου», κι ὅταν κλείσῃς τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο νὰ πῇς «Πατέρα μου, δέξου τὴν ψυχή μου στὰ χέρια σου»;

Αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ μαθήματα μᾶς παρέχει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Τὰ μαθήματα τῆς μετανοίας, τῆς συντριβῆς, τοῦ φόβου τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδος. Γι᾿ αὐτὸ νὰ παρακολουθήσουμε τὶς ἀκολουθίες της μὲμεγάλη εὐλάβεια. Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ μπαίνουμε στὸν ἱερὸ ναὸ τὸ πνεῦμα, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς μας, ὅλα νὰ εἶναι ἀφωσιωμένα στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὰ πάθη του . Καμμιά συνομιλία, καμμιά ἀταξία, καμμιά ἀσχημοσύνη δὲν ἐπιτρέπεται τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες. Μικροί-μεγάλοι, γυναῖκες-ἄντρες, νέοι-γέροντες, ὅλοι ἐδῶ μὲ εὐλάβεια· ὄχι γιὰ νὰ συζητήσουμε, ὄχι γιὰ νὰ γελάσουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὶ ὑπέφερε Ἐκεῖνος πρὸς χάριν μας, νὰ διδαχθοῦμε καὶ νὰ ἀλλοιωθοῦμε.

Στὸ ζήτημα τῆς τάξεως ἐπιμένω. Οἱ ἡμέρες αὐτὲς μᾶς ἐπιφορτίζουν μὲ μεγαλύτερη εὐθύνη. Οἱ γονεῖς μὴν ἀφήνετε τὰ παιδιὰ νὰ γυρίζουν μέσα στὴν ἐκκλησία σὰν νὰ εἶναι σὲ χωράφι. Κάθε μητέρα νὰ ἔχῃ κοντὰ τὸ μικρό της, κάθε πατέρας τὸ παιδί του. Ὅλοι μὲ ἱερὰ εὐλάβεια γύρω ἀπὸ τὸ σταυρὸ καὶ τὸν ἐπιτάφιο. Ὅπως γύρω ἀπὸ τὸ νεκρὸ πατέρα μαζεύονται τὰ παιδιὰ καὶ κλαῖνε, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς γύρω ἀπὸ τὸ Μεγάλο μας Νεκρό, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, ἂς συγκεντρωθοῦμε, καὶ ἂς ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας νὰ δεχθοῦμε τὸν φωτισμὸ τῶν σεπτῶν παθῶν του. Τότε θὰ αἰσθανθοῦμε τί ὑπέφερε ἐκεῖνος γιὰ τὴν κάθε μιὰ ψυχὴ καὶ μὲ εὐγνώμονα καρδιὰ θὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς στὸ Λυτρωτή μας· Χριστέ,νυμφίε τῶν ψυχῶν μας.

Τὰ πάθη σου μαγνητίζουν, φωτίζουν, ἁγιάζουν τὶς ψυχές. Γιὰ ὅ,τι ὑπέφερες πρὸς σωτηρίαν μας σὲ εὐγνωμονοῦμε καὶ σ᾿ εὐχαριστοῦμε. Ἐμπρὸς στὴν τόση ἀγάπη σου σοῦ ὑποσχόμεθα, ὅτι θὰ εἴμεθα πάντοτε δικοί σου.

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)